γόος

γόος
ο (AM γόος)
θρήνος, βόγγος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. γοώ].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • γόος — weeping masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γόος — ο σπαρακτική φωνή, θρήνος, οδυρμός: Ξενύχτησαν το νεκρό με γόους και μοιρολόγια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γόω — γόος weeping masc nom/voc/acc dual γόος weeping masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γόοι — γόος weeping masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γόοιο — γόος weeping masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γόοις — γόος weeping masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γόοισι — γόος weeping masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γόοισιν — γόος weeping masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γόον — γόος weeping masc acc sg γοάω groan aor ind act 3rd pl (epic) γοάω groan aor ind act 1st sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γόου — γόος weeping masc gen sg γοάω groan aor ind mid 2nd sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”